• cover

    Έκλεισε το τηλέφωνο. Για τους υπόλοιπους δυόμισι μήνες της ζωής του ανέπτυξε μια περίεργη σχέση με το τηλέφωνο. Κάθε φορά που χτυπούσε, το κοίταγε με λαχτάρα. Όταν τύχαινε να είναι μακριά - σπάνια αυτό - έτρεχε να το σηκώσει. Έκανε ακόμα και ασκήσεις. Για ένα ολόκληρο βράδυ το άφηνε στο μπουφάν και δεν το κοίταγε καθόλου μες στο μπαρ που έπινε και μετά από ώρες, όταν έφευγε, έριχνε την κρίσιμη ματιά να δει αν αναβόσβηνε το φωτάκι των αναπάντητων. Τις περισσότερες φορές το κινητό τον κοίταγε σιωπηλό και σκοτεινό. Κάποιες, πιο λίγες αυτές, το μηχάνημα είχε όρεξη και με ένα σαρδόνιο φωτεινό μπλε χαμόγελο τον παρατηρούσε να αναζητά στις αναπάντητες αυτό που λαχταρούσε, αλλά αντί γι' αυτό να βλέπει άσχετα πρόσωπα, ονόματα, καταστάσεις. Και πόσο τον πείραζε το άσχετο… . Χίλιες φορές το τίποτα. Είχε τουλάχιστον μια περηφάνια.