• cover

    Ποιήματα και έμμετροι στίχοι, γραμμένοι για την γενέτειρά μου το Στρυμονικό Σερρών.

  • cover

    Μικρά Διηγήματα με φόντο την πόλη της Λάρνακας και τις αλυκές της πόλης. Άνθρωποι με κοινή μοίρα κινούνται, χάνονται και ζωντανεύουν, μέσα από τις πτώσεις τους.

  • cover

    Ποιήματα Χρονικής Περιόδου 2005-2007

  • cover

    28 Ποιήματα ποτισμένα από αναμνήσεις και βιώματα

    Δείγμα Γραφής :

     

    Η γυμνή κυρία

    Με κοίταξε γυμνή και δεν ντρεπόταν.

    Σελήνη στον ήλιο.

    Πάντα εκεί,

    ακίνητη, βουβή, ντυμένη με τα κύματα..

    Αυτό που ξεχώριζα δεν ήταν η γύμνια στο κορμί της

    μα κείνο το πρόσωπο που κρυβόταν

    πίσω από τις καστανές μπούκλες

    και το ψάθινο καπέλο.

    Πότε τυλιγόταν  μ΄ ένα μπλε σεντόνι της θάλασσας

    και πότε με το δυτικό αεράκι απ΄ της Ψερίμου τ΄ ανοικτά.

    Παιχνίδιζε κι αφηνόταν  στης αμμουδιάς  τ΄ αγκάλιασμα ηδονικά

    κι ήμουν και γω μέσα στη στύση της ηδονής 

    μια σκιερή κορμοστασιά  ανδρών που πέρασαν

    και αφήκαν στο λιμάνι της

    τις βυθισμένες άγκυρές και τις οσμές τους.

    Το ήξερα πως γνώρισε κρυφά της γης τ΄ ακρογιάλια,

    και μέσα από τους περίεργους  κύκλους των ματιών της

    αναζητούσε τα πέτρινα  σοκάκια

    στην νησίδες της καρδιά μου, ν΄ απλώσει τις πραμάτειες της.

    Νιώθω ακόμα την ανάσα της

    να ψάχνει απεγνωσμένα τη δική μου.

  • cover

    Δείγμα γραφής : Στάχτες Βγήκε στο μπαλκόνι πριν από τον ήλιο να τινάξει την κουβέρτα της ζωής της να σκορπίσει τον χρόνο που την πλάκωνε χρόνια τώρα με τα δυο της χέρια στραγγιστό βγήκαν οι στάχτες κοράκια στους δρόμους. Στάχτες οι πίκρες κι οι χαρές στάχτες ότι αγάπησε η αγάπη της στάχτες τρία μέτρα(έτσι υπολόγιζε) πριν την γη που βοτάνιζε γερμένη την κάθε μέρα η μικρή αυλή της – ο κόσμος της- με τους μικρούς βασιλικούς και τον Κωνσταντινοπολίτικο κι ύστερα στάχτες και τα μικρά στάχτες και τα μεγάλα (ποια μεγάλα; γέλασε) στάχτες και τα δάκρυα που έχυσε τόσο ποτάμι που πέρασε δεν πήρε μαζί του τίποτα δεν καθάρισε η γη και το χώμα μπούχτισε από κλάματα ραβδισμούς και μαύρες πέτρες Φώναξε τον χρόνο πίσω τίναξε για τελευταία φορά την κουβέρτα -είναι αλήθεια φύγανε σκόνες- έκλεισε με βρόντο πίσω την πόρτα -τα παιδιά πείνασαν-

  • cover

    Δείγμα Γραφής:

    [..] Στην αυλή της μάνας υπάρχει μια μυλόπετρα.

    Μέσα στο χώμα. Μισή μέρα και μισή νύχτα.

     

    [..] Το πρωί που ξυπνάς ένα ποτήρι γάλα, ψωμί και βούτυρο,

    Η αγάπη μου επάνω στο τραπέζι.

  • cover

    Δείγμα γραφής:

     

    Θα βρεθούμε

    Θα βρεθούμε στην γη που μας γέννησε.

    Ωχ αδέλφια η ώρα μας φτάνει.

    Κάποιον χρόνο το μάτι ατένιζε

    μια γροθιά υψωμένη, στεφάνι.

     

    Θα βρεθούμε στις γούβες που πίναμε,

    το καθάριο νερό που κυλούσε,

    με τις χούφτες στους άλλους το δίναμε,

    με ψιθύρους σε μας τραγουδούσε.

     

    Στις αυλές θα βρεθούμε που ζήσαμε,

    στα σοκάκια που οι μνήμες χορεύουν,

    στους χωμάτινους πύργους που στήσαμε

    και οι θρόνοι, αδειανοί μας γυρεύουν.

  • cover

    Τα ποιήματα της συλλογής– μικροί κι ασήμαντοι έμμετροι στίχοι- είναι μία μικρή κατάθεση για το νησί αυτό. Στην Κάσο γνώρισα απλούς ανθρώπους που χώρεσα μέσα στην ασημαντότητά τους, ασήμαντος όντας και γω, κατά τέτοιο τρόπο που με έκαναν να αισθανθώ σημαντικός, σπουδαίος και μέρος της μικρής κλειστής κοινωνίας τους. Για μένα εκείνοι, ήταν οι σπουδαίοι, πανάξιοι ακρίτες. Στο 2ο μέρος της Ποιητικής Συλλογής ο αναγνώστης μπορεί να βυθιστεί στην Ιστορία διαβάζοντας για το Ολοκαύτωμα της Κάσου. Η καταγραφή μέρους της τραγικής μοίρας της Κάσου, δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί έναν απλό φόρο τιμής.

    Δείγμα γραφής:

     

    Η Κάσος

    Είπανε έριξε η Θεός

    μια πέτρα στο Αιγαίο

    και έκανε την Κάσο μας

    ένα νησί ωραίο.

    ......

    Γιατί είναι μέσα στην καρδιά

    βαθιά μες στο μυαλό τους

    μια διαμαντόπετρα χρυσή

    στο μέσο δάκτυλό τους.

     

    Που τη φυλούν ακοίμητη

    οι κάτοικοι της Κάσου

    κι όπου πατείς λουλούδι μου

    βαλέ την  στην καρδιά σου.

  • cover

    Ποιήματα με φόντο τη Κοινότητα του Στρυμονικού Σερρών. Εικόνες και μνήμες.

    Δείγμα γραφής:

     

    Το χωριό μου

    Το χωριό μου έχει μια μάννα

    που κλαίει τα βράδια.

    Το δάκρυ δεν στάζει

    στην ροδιά της αυλής.

     

    Έχει ένα σπίτι,

    τα κλειστά παραθύρια φτάνουν,

    εκεί που μιλούν τα παιδιά του.

     

    Πίσω από την Εκκλησιά υπάρχει ένα μνήμα,

    μπορεί και χαμογελά ακόμα ένας πατέρας.

     

    Το χωριό μου έχει ένα δάσος,

    να το περπατήσει κανείς δεν μπορεί.

    Ζούνε οι ρίζες.

     

    Κι όταν πεινάω,

    πετάω στους δυο λόφους.

    Μιλώ του βουνού μου και κλαίω.