• cover

    Η “ιμεροδέρκεια” σημαίνει μία μαύρη τρύπα. Να ’σαι διάτρητος, να ’χεις φύρα. Να νοσταλγείς απύθμενα κι αδηφάγα, να ερωτεύεσαι σπάταλα θηρεύοντας φαντάσματα στις ρωγμές των άλλων. Ο ιμεροδερκής αρέσκεται να σβουρίζεται εν κενώ, να συνθλίβεται, ν’ αυτοκτονεί ποντάροντας τον κόσμο σε μια αλλαξοζαριά. Συχνά πέφτει σε χειμερία νάρκη μα δεν υπνώττει. Η ανατομία που κάνει με το καλειδοσκόπιό του στις ψυχές των ανθρώπων είναι χειρουργική. Βιώνει το πώς διαθλάται και παραθλάται το κιαροσκούρο που παιγνιδίζει στις χαραμάδες σιωπής τους. Συνωνυμίες για τον ιμεροδερκή: μαινόμενος, μοναξιασμένος, μονωμένος, sui generis κ.ά..

  • cover

    Μια εξαφάνιση, ένας ξυλοδαρμός, ένα πεισματικό φλερτ και ένας βιασμός συνθέτουν ένα κυνηγητό υποψίας που κόβει την ανάσα, μια ιστορία δράσης σκηνοθετημένη από τις ασυμβίβαστες μεταξύ τους προοπτικές των μύχιων και ανομολόγητων ενστίκτων των ηρώων της.

  • cover

    Ένας γρίφος που περιστρέφεται γύρω απ’ την αλληγορία των πρωτόπλαστων, μια μοναχή, ένας νεκρός συγγραφέας, ένα χαμένο ημερολόγιο, ένας απαγορευμένος έρωτας κι ένα επτασφράγιστο μυστικό συνθέτουν την ιστορία ενός τραγικού άλματος στην άβυσσο. Το προπατορικό αμάρτημα έχει στήσει για μία ακόμη φορά τα πιόνια του, εξωθώντας τους πρωταγωνιστές σε μια βουτιά στη νύχτα της μόνωσης και του άπειρου χωρισμού.